Ιστορίες

Έχασα τον άντρα μου και τα παιδιά μου σε αεροπορικό δυστύχημα και έκανα χρόνια να ξαναμπώ σε αεροπλάνο

«Δεν θέλω να φύγω μαμά» μου είπε η κόρη μου λίγο πριν μπει στο αεροπλάνο με το οποίο θα ταξίδευε με το μπαμπά της και τον αδερφό της. Έφυγαν για διακοπές που τις είχαμε κανονίσει εδώ και καιρό αλλά εγώ έμεινα πίσω με τη μικρή μου κόρη, η οποία αρρώστησε και δεν μπορούσε να ταξιδέψει οπότε συμφωνήσαμε να φύγει ο άντρας μου με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά μας και σε 2-3 μέρες θα πήγαινα και εγώ με τη μικρή να τους βρούμε. Λίγη ώρα μετά τα πάντα είχαν αλλάξει. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που τους έβλεπα.

Το βράδυ εκείνο το αεροπλάνο τους έπεσε στον Ατλαντικό Ωκεανό στην πορεία του προς Φλόριντα. Το μικρό αεροπλανάκι Cessna, στο οποίο επέβαινε ο άντρας μου, ο 12χρονος γιος μου και η 7χρονη κόρη μου εξέπεμψε για τελευταία φορά στις 19:28, όταν ο πιλότος ειδοποίησε το κέντρο ελέγχου ότι το αεροπλάνο παρουσίασε πρόβλημα στον κινητήρα. Η επικοινωνία αεροπλάνου και κέντρου ελέγχου διακόπηκε εκεί έως ότου ο πιλότος, ο μόνος επιζών, περισυνελέγη από τη θάλασσα από την ακτοφυλακή γύρω στις 21:00. Το αεροπλάνο είχε βυθιστεί δεκάδες μέτρα κάτω από το νερό παρασύροντας εκατοντάδες ψυχές, μαζί και τις 3 δικές μου ψυχές. Πέρασαν τέσσερα χρόνια μέχρι να ανακαλυφθούν τα συντρίμμια.

Το τηλέφωνο χτύπησε στις 02:00 και μας ξύπνησαν με τα χειρότερα νέα που μπορούσαμε να φανταστούμε.

Όταν έμαθα τι είχε συμβεί βίωσα έναν πόνο ξένο για μένα. Δεν ήταν σαν τον πόνο που είχα νιώσει όταν η καλύτερη μου φίλη πέθανε στο γυμνάσιο από όγκο στον εγκέφαλο ή όταν η θεία μου πέθανε σε τροχαίο ή όταν ο πατέρας μου πέθανε το καλοκαίρι που τελείωσα το πανεπιστήμιο. Ήταν η πρώτη φορά που αισθανόμουν μία τέτοια εξουθενωτική θλίψη, έναν περίεργο πόνο που ήταν ψυχολογικός, αλλά έκανε όλο μου το σώμα να πονάει φρικτά. Είναι μία θλίψη που σε κόβει κομμάτια, σου κόβει την ανάσα και σε αφήνει μόνη να πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι οι άνθρωποι που αγάπησες τόσο πολύ δεν θα επιστρέψουν ποτέ ξανά.

Η οριστικότητα του θανάτου είναι το ναρκωτικό της θλίψης. Σε κρατά κλειδωμένο στην ασταθή πραγματικότητα του να ξέρεις ότι δεν θα δεις ποτέ ξανά κάποιον αγαπημένο σου.

Θυμάμαι τη μητέρα μου να κάθεται τον πρώτο καιρό δίπλα μου στο κρεβάτι την ώρα που εγώ προσπαθούσα να κοιμηθώ, να προσπαθεί να με ηρεμήσει και να απαντήσει στις ατελείωτες ερωτήσεις που είχα. Το ήξερα ότι η ζωή μου δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Αν δεν υπήρχε το μικρό μου το παιδί θα είχα αυτοκτονήσει. Εγώ η ίδια θα είχα βάλει τέλος στη ζωή μου. Το παιδί μου με κράτησε στη ζωή.

Εφόσον δεν μπορούσα να φέρω στη ζωή τον άντρα μου και τα παιδιά μου έπρεπε να προστατευτώ με κάθε τρόπο από το θάνατο γι’ αυτό και αποφάσισα να μην πετάξω ποτέ ξανά. Ένα αεροπλάνο σκότωσε τον άντρα μου και τα παιδιά μου. Τους πήρε από τη γη, τους πήγε στον ουρανό και τους άφησε εκεί. Πέθαναν αβοήθητοι μέσα σε εκείνο το αεροπλάνο στον πυθμένα του Ατλαντικού. Όσο δυνατός κι αν είσαι μία τέτοια αλήθεια είναι αρκετή για να σε γονατίσει και να μη σε αφήσει να σηκώσεις κεφάλι.

Δεν μπορώ να σας κάνω να καταλάβετε πόσο δύσκολο ήταν το διάστημα αυτό. Για 10 ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατό τους δεν ζούσα, απλά επιβίωνα. Το παιδί μου ευτυχώς ήταν μικρό και δεν θυμάται πολλά, θυμάται όμως ότι μεγάλωσε με μία μαμά που με το ζόρι περπατούσε, με το ζόρι εργαζόταν, με το ζόρι έβγαζε τη μέρα.

Αν το παιδί δεν είχε αρρωστήσει, αν είχαμε μπει και εμείς σε αυτό το αεροπλάνο, σήμερα δεν θα υπήρχαμε. Αυτή η αλήθεια είναι που με αφύπνισε και με έκανε να ξαναμπώ στο αεροπλάνο 10 ολόκληρα χρόνια μετά το χαμό της οικογένειάς μου. Πλέον κάθε φορά που μπαίνω στο αεροπλάνο νιώθω μία γαλήνη και όχι φόβο γιατί ξέρω ότι εκεί ψηλά κάπου είναι ο άντρας μου και τα δύο παιδάκια μου και μας φυλάνε. Κατά τη διάρκεια της απογείωσης, όταν το αεροπλάνο ταλαντεύεται και τρέμει πριν σταθεροποιηθεί στον ουρανό νιώθω πώς ήταν οι τελευταίες τους στιγμές. Θέλω να πιστεύω ότι δεν πρόλαβαν να καταλάβουν τίποτα, ότι έφυγαν από τη ζωή γρήγορα και χωρίς να πονέσουν.

Η 11χρονη κόρη μου δεν φοβάται να πετάξει. Το αεροπλάνο είναι το αγαπημένο της μέσο μεταφοράς και κάθε φορά είναι ενθουσιασμένη που θα ταξιδέψουμε με αεροπλάνο. Καθώς το αεροπλάνο ανεβαίνει στον ουρανό κοιτάζει έξω από το παράθυρο και μου λέει: “Κοίτα μαμά πόσο μικρή είναι η γη. Κοίταξε τα σύννεφα. Πόσο ψηλά είμαστε τώρα; Πόσο μικρός είναι ο κόσμος;“. Η περιέργεια και ο θαυμασμός της με ηρεμούν και μου υπενθυμίζουν ότι το να βρίσκομαι στο αεροπλάνο και να ταξιδεύω είναι κάτι περισσότερο από μία απώλεια.

Πρόσφατα «διψώντας» για αναμνήσεις άνοιξα ένα παλιό οικογενειακό άλμπουμ και βρήκα μέσα μία φωτογραφία που ήμασταν όλοι μαζί σε ένα πάρτι. Ο άντρας μου είχε σκύψει και μου έλεγε κάτι στο αυτί. Εγώ γελούσα και τα μάτια μου έλαμπαν. Ένιωσα μία απίστευτη αίσθηση γαλήνης. Η ανάμνησή τους δεν έχει καμία σχέση πλέον με το πώς πέθαναν.

Πριν από μερικούς μήνες πριν το ξέσπασμα του κορονοϊού καθώς το αεροπλάνο ετοιμαζόταν για απογείωση η κόρη μου έπιασε ενστικτωδώς το χέρι μου. «Όλα εντάξει μαμά. Απλά σφίξε μου το χέρι σου αν νιώσεις φόβο. Ξέρω ότι δεν σου αρέσει η απογείωση αλλά μην ανησυχείς». Έσφιξα το χέρι της, της χαμογέλασα, της έδωσα ένα φιλί και μετά έκλεισα τα μάτια μου προετοιμάζοντας τον εαυτό μου για την απογείωση.

Κρατούσε το χέρι μου μέχρι που η αεροσυνοδός πέρασε για να μας ρωτήσει τι θα πιούμε, πέρα από τη στιγμή που το αεροπλάνο βρήκε το δρόμο του πάνω από τα σύννεφα.

Πηγή: scarymommy.com

Comments
To Top