Κόσμος

Το όνειρο για το ψηλότερο φράγμα του κόσμου και ο εφιάλτης της ανείπωτης καταστροφής

H ξεχασμένη τραγωδία της Ιταλίας που η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε αποτρέψει

Το νερό της καταστροφής είχε μπει για τα καλά σε ένα αναπόδραστο αυλάκι, όχι γιατί έτσι το ήθελε η μοίρα, αλλά γιατί το αποφάσισε ο άνθρωπος.

Μια εταιρία και μια κυβέρνηση, συγκεκριμένα, που εργάστηκαν αρμονικά αποκρύπτοντας στοιχεία και υποβαθμίζοντας τον κίνδυνο, παίζοντας έτσι αυτάρεσκα με την ανθρώπινη ζωή.

Και όταν η καταστροφή συνέβη και ο αριθμός των νεκρών άγγιξε τους 2.000, η λέξη «ευθύνη» θα ήταν και πάλι άγνωστη για τους εμπλεκόμενους.

Η αστοχία του φράγματος Βάιοντ στις 9 Οκτωβρίου 1963 στέκει ακόμα και σήμερα ορόσημο αυθαιρεσίας και διαφθοράς. Ακόμα και όταν διακυβεύονται ανθρώπινες ζωές.

Ιδιωτική εταιρία και ιταλική κυβέρνηση δεν είναι μόνο ότι υποεκτίμησαν τον κίνδυνο. Είναι ότι κατέστρεψαν επιβαρυντικά στοιχεία, απέκρυψαν αναφορές και προσπάθησαν να απεκδυθούν κάθε ευθύνη.

Ήθελαν να δρέψουν τις δάφνες για το «μεγαλύτερο φράγμα του κόσμου» και δεν θα άφηναν ενοχλητικές λεπτομέρειες όπως η γεωλογική αστάθεια να σταθούν εμπόδιο.

Αυτή είναι η ιστορία μιας καταστροφής που έφτιαξε αποκλειστικά ο άνθρωπος για τον άνθρωπο…

Μερική δικαίωση και αποποίηση ευθυνών

Το μέγεθος της τραγωδίας συγκλόνισε τον κόσμο και βύθισε την Ιταλία στο πένθος. Όλοι ζητούσαν τώρα να αποκτήσει όνομα η ευθύνη. Πώς ήταν δυνατόν ένα τέτοιο κατασκευαστικό θαύμα, που φτιάχτηκε από τους κορυφαίους επιστήμονες και μηχανικούς της χώρας, να αστόχησε σε τέτοιο βαθμό;

Όταν υποχώρησε λοιπόν το νερό και αποκαλύφθηκε το μέγεθος της τραγωδίας, κυβέρνηση, κρατικοί φορείς και κάθε εμπλεκόμενος απέδιδαν φυσικότατα την καταστροφή σε ασύμμετρα φυσικά φαινόμενα.

Ο φιλοκυβερνητικός Τύπος συμφωνούσε, έφταιγε η φύση και όχι ο άνθρωπος. Ήταν «θέλημα Θεού», έφτασε να γράψει η εφημερίδα «l’ Unità».

Κάποια στιγμή βέβαια έγινε σαφές πως το κύμα που ζητούσε δικαιοσύνη για τους νεκρούς δεν μπορούσε να ανακοπεί. Ο πρωθυπουργός Τζιοβάνι Λεόνε έχασε λίγους μήνες αργότερα τη θέση του και τέθηκε επικεφαλής της νομικής υπεράσπισης της SADE.

Ήταν ο άνθρωπος που κατάφερε να ξελασπώσει την εταιρία, μειώνοντας δραστικά το ποσό της αποζημίωσης που πήραν οι πληγέντες και καταφέρνοντας μάλιστα οι οικογένειες 600 θυμάτων να μην πάρουν μία.

Η δίκη έγινε κεκλεισμένων των θυρών και κατέληξε σε ποινές-χάδι για μια χούφτα εμπλεκομένων. Στην ετυμηγορία του 1969 καταδικάστηκαν ο πρόεδρος της SADE και ο αρχιμηχανικός της, αλλά και ο πρόεδρος της περιφερειακής επιτροπής του υπουργείου Δημοσίων Έργων. Η ποινή τους ήταν 6 χρόνια στη φυλακή.

Ένας μηχανικός της SADE είχε αυτοκτονήσει εντωμεταξύ το 1968. Η κυβέρνηση δεν αξίωσε ποτέ αποζημίωση από την εταιρία. Όσοι γλίτωσαν τις ζωές τους, μετακόμισαν σε ένα νέο χωριό που φτιάχτηκε γι’ αυτούς, το Βάιοντ. Το Λονγκαρόνε και τα γύρω χωριά ξαναχτίστηκαν τα επόμενα χρόνια και όλα ήταν πια μοντέρνα και καινούρια.

Οι κάτοικοι απέκτησαν και μια σειρά από προνόμια, όπως χαμηλότοκα δάνεια για την έναρξη εμπορικής δραστηριότητας, φοροαπαλλαγή για 10 χρόνια και τέτοια πράγματα. Οι περισσότερες επιχειρήσεις που στήθηκαν από την αρχή πουλήθηκαν σε μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα της Βενετίας.

Το 2008, η UNESCO κατέταξε την τραγωδία του φράγματος Βάιοντ ως μια από τις χειρότερες καταστροφές της Ιστορίας που προκάλεσε αποκλειστικά ο άνθρωπος.

Το τραγικό γεγονός δεν έχει σταματήσει εδώ και 60 κοντά χρόνια να προκαλεί το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας.

«Η καταστροφή του ταμιευτήρα του Βάιοντ είναι ένα κλασικό παράδειγμα των συνεπειών της αποτυχίας μηχανικών και γεωλόγων να κατανοήσουν τη φύση του προβλήματος που προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν», σχολίασε κάποια στιγμή ειδικός σε ιταλική εφημερίδα.

Ίσως δεν είχε ακούσει για μια κυβέρνηση και μια εταιρία…

Comments
To Top