Οικονομία

Τα blues της γερμανικής οικονομίας

Σε πείσμα όσων γράφονται για μια νέα δυναμική που – υποτίθεται – ότι διαμορφώνεται πολιτικά στο ανατολικό τμήμα της Ευρώπης, για παράδειγμα μέσα από τη νέα «αυτοπεποίθηση» που έδωσε ο πόλεμος στην Ουκρανία και η εμπλοκή της Δύσης σε χώρες όπως η Πολωνία, όταν μιλάμε για την οικονομία, η καρδιά της ευρωπαϊκής οικονομίας παραμένει σε γερμανική. Και όταν τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά με τη γερμανική οικονομία, τότε ανησυχεί όλη η Ευρώπη.

Το αμέσως προηγούμενη διάστημα είχε υπάρξει μια προσπάθεια να διαμορφωθεί μια εικόνα αισιοδοξίας που κεντρικό σημείο είχε ότι η Γερμανία θα απέφευγε τον τεχνικό ορισμό της ύφεσης, δηλαδή τα δύο συνεχόμενα τρίμηνα με συρρίκνωση, καθώς το πρώτο τρίμηνο του 2023 θα σηματοδοτούσε μια επιστροφή στην ανάπτυξη.

Σε αυτή την κατεύθυνση συνέτειναν διάφορες προβλέψεις από τη μεριά των οικονομολόγων αλλά και τα πρώτα στοιχεία το ΑΕΠ της Γερμανίας στο πρώτο τρίμηνο του 2023 που δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 23 Απριλίου και έδειχναν ότι είχαμε μια στασιμότητα που όμως αποτελούσε εμφανή βελτίωση σε σχέση με τη συρρίκνωση 0,4% που είχε καταγραφεί στο τελευταίο τρίμηνο του 2023. Τα τελικά επίσημα στοιχεία αναμένονται στις 25 Μαΐου, όμως είχε διαμορφωθεί ένα αίσθημα αισιοδοξίας.


Η μείωση της βιομηχανικής παραγωγής τον Μάρτιο

Όμως, την ακολουθία αισιόδοξων μηνυμάτων για την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας, διέκοψε η ανακοίνωση των στοιχείων για τη βιομηχανική παραγωγή τον Μάρτιο.

Σύμφωνα με αυτά, τον Μάρτιο του 2023 η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία υποχώρησε κατά 3,4%, τη μεγαλύτερη μείωση εδώ και 12 μήνες. Αυτή ήταν μια επίδοση πολύ χειρότερη από την πρόβλεψη των οικονομολόγων που έδιναν τη μείωση μόλις στο 1%.

Βεβαίως, οι ειδικοί έσπευσαν να σημειώσουν ότι ακόμη και έτσι η βιομηχανική παραγωγή στο πρώτο τρίμηνο παρέμεινε υψηλότερη κατά 2,4% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Όμως, το γεγονός ότι η μείωση καταγράφεται στον τελευταίο μήνα του τριμήνου δημιουργεί ανησυχία για την οικονομική δυναμική στο δεύτερο τρίμηνο.

Η μείωση της βιομηχανικής παραγωγής ήταν εντονότερη στην αυτοκινητοβιομηχανία, όπου η υποχώρηση έφτασε το 6,5%, ενός και οι κατασκευαστές μηχανημάτων και εξοπλισμού είχαν μια υποχώρηση 3,4%, ενώ στις κατασκευές η υποχώρηση ήταν στο 3,6%.

Ακόμη πιο μεγάλη απαισιοδοξία γέννησε το γεγονός ότι όχι μόνο η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία δεν έχει καταφέρει να επιστρέψει στα επίπεδα που ήταν πριν από την πανδημία, αλλά και τον Μάρτιο είχαμε μια εντυπωσιακή υποχώρηση 10,7% στις παραγγελίες των εργοστασίων, η μεγαλύτερη μηνιαία μείωση από τον Απρίλιο του 2020.

Όμως, και σε άλλους δείκτες είχαμε υποχώρηση τον Μάρτιο. Οι λιανικές πωλήσεις υποχώρησαν 2,4% τον Μάρτιο στη Γερμανία, ενώ και οι γερμανικές εξαγωγές μειώθηκαν 5,2% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.

Όλα αυτά ήρθαν λίγο μετά την ανακοίνωση από τον αρμόδιο Γερμανό υπουργό ΟΙικονομικών Ρόμπερτ Χάμπεκ πιο αισιόδοξων προβλέψεων, που ανέβασαν τον πήχη για την ανάπτυξη φέτος από το 0,2% στο 0,4%, εκτιμώντας ότι οι επιδοτήσεις στην ενέργεια βοήθησαν σε αυτό.

Όμως, πλέον πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι η Γερμανία δύσκολα θα αποφύγει την ύφεση φέτος, με δεδομένη και τη βαρύτητα που έχει η βιομηχανική παραγωγή στην οικονομία της.


Ο πληθωρισμός που επιμένει και άλλα προβλήματα

Ο πληθωρισμός στη Γερμανία ήταν στο 7.4% τον Μάρτιο του 2023, μια αύξηση 0,8% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Αυτό αποτελούσε μεν μια υποχώρηση σε σχέση με τους δύο προηγούμενους μήνες όπου ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή ήταν στο 8,7%.

Όμως, ακόμη και έτσι το 7,4% παραμένει ένα αρκετά υψηλό ποσοστό, ενώ ενδιαφέρον έχει ότι παρά τα μέτρα της γερμανικής κυβέρνησης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, εντούτοις οι οικιακές τιμές ενέργειας συνέχισαν να ανεβαίνουν τον Μάρτιο στη Γερμανία. Σε ετήσια βάση οι τιμές ενέργειας για τα γερμανική νοικοκυριά αυξήθηκαν 21,9% σε σχέση με την ίδια περίοδο, κυρίως εξαιτίας των σημαντικών διαφορών στην τιμή του φυσικού αερίου. Επιπλέον, υπήρξε επιτάχυνση της ανόδου των τιμών των τροφίμων.

Όμως, και ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή αυτός που προκύπτει εάν δεν συνυπολογίσουμε την ενέργεια και τα τρόφιμα, επίσης παραμένει ψηλά στο 5,8%.

Ο συνδυασμός ανάμεσα στην επιμονή του πληθωρισμού και την επάλληλες αυξήσεις των επιτοκίων στην πραγματικότητα διαμορφώνει ένα ευρύτερο φάσμα από αρνητικές πιέσεις στη γερμανική οικονομία.

Τα προβλήματα δεν ξεκίνησαν τώρα

Παρότι κάποια από τα προβλήματα μπορούν να θεωρηθούν συγκυριακά, κυρίως γιατί έχουν να κάνουν με την πόλεμο στην Ουκρανία, εντούτοις είναι σαφές ότι τα προβλήματα της γερμανικής οικονομίας είναι πιο δομικά.

Στην πραγματικότητα ένα ολόκληρο οικονομικό μοντέλο που δημιουργήθηκε στη μεταπολεμική περίοδο, αυτή τη στιγμή καλείται να μετασχηματιστεί και δη με ιδιαίτερα γοργούς ρυθμούς.

Η Γερμανία είναι αρκετά πίσω στον βαθμό που έχει προχωρήσει στην «Πράσινη Μετάβαση», την ώρα που πλήρωσε ακριβά τον πόλεμο στην Ουκρανία ως προς το κόστος ενέργειας. Ταυτόχρονα, ο ρυθμός ψηφιακού μετασχηματισμού της είναι αρκετά πιο αργός από ό,τι θα έπρεπε. Και βέβαια έχει να αντιμετωπίσει προβλήματα από τις δημογραφικής δυναμικές, καθώς ένα μεγάλο μέρος του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού της είναι άνω των 50 (ενίοτε και άνω των 60), χωρίς να έχει γίνει σαφές πώς θα αντικατασταθεί από ανάλογης εξειδίκευσης δυναμικό τώρα που η προηγούμενη γενιά οδεύει προς τη συνταξιοδότηση.

Σε όλα αυτά προστίθεται το συνολικότερο πρόβλημα του διεθνούς προσανατολισμού. Μια αναδίπλωση σε οικονομικές συναλλαγές με αμιγώς «δυτικές» χώρες θα δημιουργούσε αρκετά προβλήματα, εξ ου και η προσπάθεια για διατήρηση αναβαθμισμένων σχέσεων με την Κίνα. Όμως, μια μετάβαση σε έναν πιο κατακερματισμένο κόσμο θα σημαίνει και οικονομικά προβλήματα για τη Γερμανία.

To Top